Με την πλάτη στον τοίχο, μπορεί η κριτική να σπάσει τούβλα;

February 26th, 2013 by antifakozanis

Μια πολύ ενδιαφέρουσα προσέγγιση κατά την άποψή μου, αξίζει να διαβαστεί

Α. Ποιος είναι ο στόχος της επίθεσης στις καταλήψεις

Ενώ οι επιχειρήσεις της αστυνομίας ενάντια στους κατειλημμένους χώρους συνεχίζονται, είναι αναγκαίο, αναγκαίο με όρους έκτακτης ανάγκης, δηλαδή με όρους ιστορικής αναγκαιότητας, να συζητήσουμε συλλογικά και να συζητήσουμε πολύ, πάνω σε μερικά κεντρικά ερωτήματα, που μας βάζει η συγκυρία. Το θεμελιώδες ερώτημα, πάνω στο οποίο πρέπει να προβληματιστούμε είναι απλό: ποιος είναι ο συγκεκριμένος σχεδιασμός του κράτους σήμερα αναφορικά με τους κατειλημμένους χώρους; Δηλαδή γιατί επιτίθεται το κράτος στις καταλήψεις και γιατί αυτό συμβαίνει τη συγκεκριμένη περίοδο.

Αν θέλουμε να κρατήσουμε τα μυαλά μας μέσα στο κεφάλι μας, πρέπει να παραδεχτούμε ότι η απάντηση σε ένα τέτοιο ερώτημα, ενώ το κρατικό σχέδιο εξελίσσεται, είναι επισφαλής, με την έννοια ότι δεν έχουμε μια πλήρη εικόνα αυτών των σχεδιασμών. Για παράδειγμα το μείζων ερώτημα κατά τη γνώμη μας είναι αν το κράτος θα περιοριστεί στα κατειλημμένα κτίρια που αφορούν το κέντρο της Αθήνας, και κάποιων επαρχιακών πόλεων, δηλαδή σε καταλήψεις που βρίσκονται μακριά από γειτονιές, ή αν θα τολμήσει μια γενικευμένη επίθεση στις δομές του ανταγωνιστικού κινήματος: αρχικά με εκκένωση όλων των καταλήψεων και στη συνέχεια με πρεσάρισμα όλων των άλλων δομών (στέκια, κλπ).

Το ερώτημα αυτό είναι κεντρικό στην ανάλυση μας, ωστόσο χρειάζεται βάθος χρόνου για να σχηματίσουμε μια πλήρη εικόνα και να μπορέσουμε να το απαντήσουμε. Αναγκαστικά θα κάνουμε μια υπόθεση εργασίας επισφαλή, βασισμένη ωστόσο σε κάποιες τρέχουσες αντικειμενικές συνθήκες, που υποδεικνύουν ότι η αστυνομική επιχείρηση ενάντια στις καταλήψεις –ελλείψει άλλων μεταβλητών- θα περιοριστεί στο μητροπολιτικό κέντρο και σε ένα-δύο άλλες περιπτώσεις που αφορούν κέντρα επαρχιακών πόλεων.

Για να πούμε την αλήθεια, μια τέτοια διαφοροποίηση δεν είναι ποσοτική: αν παίρνουμε στα σοβαρά, -και εμείς εδώ θα πάρουμε στα σοβαρά-, την φράση που γράφεται και ξαναγράφεται στις προκηρύξεις συντρόφων και συντροφισσών τις τελευταίες τρεις βδομάδες, ότι δηλαδή «οι καταλήψεις δεν είναι τα ντουβάρια τους, αλλά οι κοινωνικές σχέσεις που στεγάζουν και δίνουν την ευκαιρία να ανθίσουν», τότε υπάρχει μια ποιοτική διαφοροποίηση ανάμεσα σε ένα σχεδιασμό που αφορά τα «κεντρικά πολιτικά εγχειρήματα» (όπως π.χ. αυτό της βίλας και της Σκαραμαγκά) και σε ένα σχεδιασμό που αφορά τοπικά εγχειρήματα που είναι ριζωμένα σε διάφορες γειτονιές, δηλαδή σε σχέσεις κατά βάση κοινωνικές (κι όχι τόσο μάξιμουμ πολιτικές).

Καταρχήν λοιπόν, ας μην ξεχνάμε, ότι είμαστε σε περιβάλλον κρίσης, κρίσης βαθιάς, που όλες οι ενδείξεις, ακόμα κι αυτές των αφεντικών, υποστηρίζουν ότι βρίσκεται σε εξέλιξη. Πέρα από το γεγονός ότι μένει να ψηφιστούν και να υλοποιηθούν μια σειρά από μέτρα του τρίτου μνημονίου (π.χ. οι ιδιωτικοποιήσεις της ΔΕΗ και της ΕΥΔΑΠ), που αφορούν μαζικές απολύσεις εργαζομένων και μια περαιτέρω υποτίμηση της εργατικής μας δύναμης και της δυνατότητας μας να αναπαραχθούμε στο σήμερα, πολύ σύντομα θα παιχτεί πάλι το παιχνίδι της «επόμενης δόσης» και η κυβέρνηση θα προχωρήσει στη λήψη επιπλέον οικονομικών (και άλλων) μέτρων. Άρα όλη αυτή η επιχείρηση του κεφαλαίου, που έχει στηθεί σήμερα στην βάση της ιδεολογίας «τα δύσκολα περάσανε», πολύ γρήγορα θα πάει στο βρόντο.

Δεύτερο. Η αστυνομική επιχείρηση των τελευταίων βδομάδων, ας μην ξεχνάμε μια επιχείρηση στα πλαίσια της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, εκτυλίσσεται σε ένα πλαίσιο που κυριαρχεί μια αίσθηση κοινωνικής ήττας για πρώτη φορά τα τελευταία τρία χρόνια τόσο γενικευμένης, μετά την υπογραφή του πρώτου μνημονίου. Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ξεσπάνε συνεχώς αγώνες εδώ κι εκεί, κάθε άλλο. Σημαίνει όμως ότι τόσο το εκλογικό αποτέλεσμα του περασμένου Ιούνη, όσο και κυρίως το γεγονός ότι η κυβέρνηση μετά το παρατεταμένο σόου των «διαπραγματεύσεων», πέρασε σχεδόν αναίμακτα το τρίτο μνημόνιο, είναι δύο γεγονότα που κλόνισαν την αυτοπεποίθηση μεγάλου μέρους του κόσμου που κατέβαινε τόσα χρόνια στο δρόμο για να αντιπαλέψει την πολιτική του κεφαλαίου.

Αυτή η κατάσταση της ήττας (φαινομενικής κατά την γνώμη μας, αλλά αυτό δεν έχει σημασία προς το παρών), δεν είναι κάτι που δεν αγγίζει το κίνημα. Ο «χώρος» του 2013 δεν είναι ο «χώρος» του 1995, δηλαδή ένα σύνολο κοινωνικών σχέσεων απομονωμένων γεωγραφικά και πολιτικά, με ελάχιστες κοινωνικές αναφορές έξω από τα στενά ιδεολογικά του πλαίσια και με μια φανερή αδυναμία να παράγει την οποιαδήποτε πολιτική. Ο «χώρος» σήμερα, η αντιεξουσία, έχει σε μεγάλο βαθμό κοινωνικοποιηθεί κι έχει καταφέρει να γίνει κομμάτι ενός ευρύτερου κινήματος, ανταγωνιστικού στις επιλογές του κεφαλαίου. Και το λέμε αυτό γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτό δεν αφορά όλες τις τάσεις κι όλο τον κόσμο που κινείται στο «χώρο», δεν αφορά καν την πλειοψηφία του. Γνωρίζοντας επίσης και ασκώντας κριτική, στις διάφορες στάσεις (αυτισμού, δηλαδή εμμονής στην πολιτική αυτοναφορικότητα του),  που εκδηλώνει ο κόσμος αυτός, στην εξελισσόμενη διαδικασία της κοινωνικοποίησης του [1]. Ανεξάρτητα από αυτές τις ενστάσεις το γεγονός της κοινωνικοποίησης παραμένει υπαρκτό. Αυτό σημαίνει ότι η αντιεξουσία σήμερα είναι πολύ πιο ευαίσθητη στις διαθέσεις και στις στάσεις της ευρύτερης κοινωνίας, αλλά και εκφραστής μιας μειοψηφικής μεν, αξιόλογης όμως –συγκρινόμενης με το παρελθόν, όχι με τις σημερινές κοινωνικές ανάγκες– κοινωνικής δυναμικής. Ακριβώς λοιπόν σαν συνέπεια αυτής της κοινωνικοποίησης της, το αίσθημα της ήττας που κυριαρχεί κοινωνικά τους τελευταίους μήνες, έχει επιδράσει αποσυνθετικά στις διαδικασίες τόσο της αντιεξουσίας (πολιτικές συλλογικότητες, ομάδες και συνελεύσεις και διαδικασίες συντονισμού), όσο και του ευρύτερου ανταγωνιστικού κινήματος (εργατικές συλλογικότητες, συνελεύσεις γειτονιάς, κ.α.).

Σ’ αυτό το περιβάλλον λοιπόν της ήττας, δηλαδή σ’ αυτή την χρονική συγκυρία προσωρινής οπισθοχώρησης του κοινωνικού ανταγωνισμού, κι ενώπιον των μετώπων που μέλλονται σύντομα να ανοίξουν, η κυβέρνηση αποφάσισε να προχωρήσει στην πολεοδομική επιχείρηση ανάκτησης του μητροπολιτικού κέντρου. Ας μην ξεχνάμε έχει προηγηθεί για μήνες η χωροταξική εκκαθάριση του κέντρου από τους μετανάστες, με την επιχείρηση Ξένιος Ζευς. Πιστεύει κάποιος ότι όλα αυτά δεν έχουν σχέση με την εξέγερση του Δεκέμβρη, ή μπορεί κάποιος να πιστέψει ότι τα αφεντικά δεν διάβασαν την εξέγερση του Δεκέμβρη (δυστυχώς περισσότερο από ότι εμείς!) και δεν έβγαλαν κρίσιμα συμπεράσματα για τους σχεδιασμούς τους; Μια τέτοια πίστη συγγενεύει με την αφέλεια κάποιου, που παρατηρώντας τα σημάδια του σχοινιού στο λαιμό του κρεμασμένου, αναρωτιέται αν η αιτία θανάτου ήταν κάποιο καρδιακό πρόβλημα.

Όταν λοιπόν λέμε και γράφουμε ότι η κυβέρνηση «παίζει το παιχνίδι της χρυσαυγίτικης συμμορίας», πρέπει να έχουμε στο μυαλό μας ότι το κάνει με αυτή την έννοια. Επειδή είναι γεγονός ότι στο ρευστό κοινωνικό και πολιτικό έδαφος που προσπαθούμε να ισορροπήσουμε τα τελευταία τρία χρόνια, όταν το επίσημο κράτος κάνει έμπρακτα, αυτό που διακηρύσσει στα λόγια η συμμορία, τότε ευελπιστεί, ότι ένα σεβαστό εκλογικό δυναμικό της συμμορίας, θα ταλαντευτεί προς τη μεγάλη αγκαλιά του. Παράπλευρο ρόλο σ’αυτή την επιχείρηση παίζει και το στρίμωγμα του ΣΥΡΙΖΑ, σαν πίεση τόσο στο εσωτερικό του, όσο και στη σχέση του με το πολυπληθές πρώην πασοκικό και εξαιρετικά ευμετάβλητο –εκλογικά τουλάχιστον– εκλογικό του ακροατήριο.

Β. Gegen die Wand [2]

Σε συνθήκες ωρίμανσης του καθεστώτος έκτακτης ανάγκης στην Ιταλία, και συνολικής αντεπίθεσης του ιταλικού κράτους στα τέλη της δεκαετίας του 70 και μετά την εξέγερση στην Μπολώνια, έγινε μια προσπάθεια το κίνημα να απαντήσει σ’ αυτή την κατάσταση, διοργανώνοντας το γνωστό «συνέδριο για την καταστολή» το Σεπτέμβρη του 1977. Δέκα χιλιάδες άτομα συγκεντρώθηκαν να συζητήσουν σ’ αυτό το συνέδριο κι αν κάτι πρέπει να μας μείνει από τα συμπεράσματα του κινήματος πολλά χρόνια μετά, είναι μια απόφανση ενός από τους διοργανωτές του:

«η μεγαλύτερη βλακεία που κάναμε ήταν ότι δεν είχαμε την ικανότητα να δώσουμε μια μορφή άμεσα κοινωνική σ’ εκείνη τη δυναμική, δηλαδή να πούμε: απ’ αυτή τη στιγμή και πλέον οικοδομούμε κέντρα κοινωνικής αυτοοργάνωσης, ραδιόφωνα, τηλεοράσεις, δίκτυα πληροφόρησης, αυτό κι εκείνο…Ανάμεσα στα άλλα πρέπει να πω ότι πιαστήκαμε και κορόιδα, γιατί από την προηγούμενη εμπειρία μας είχαμε μάθει ότι δεν χρειάζεται ποτέ να επικεντρώνουμε στην καταστολή λες και πρόκειται για το μοναδικό σημείο της σύγκρουσης. Ωστόσο η επικέντρωση στο πρόβλημα του τοίχου εναντίον τοίχου, στο ζήτημα της καταστολής, οδήγηση αναμφίβολα στο να υπάρξει μια κατάσταση ευνοϊκή για μια στροφή μιλιταριστικού τύπου. Ενώ αντιθέτως, έπρεπε να είναι μια ευκαιρία για να ξεκινήσει μια διαδικασία πειραματισμού» [3].

Αυτό το τελευταίο είναι ένα από τα πιο πολύτιμα συμπεράσματα της ανταγωνιστικής θεωρίας και πρακτικής, από τα συμπεράσματα που χρήζουν μελέτης και επεξεργασίας: Η καταστολή δεν είναι ποτέ το κυρίαρχο ζήτημα.

Δυστυχώς αυτό το συμπέρασμα για άλλη μια φορά αγνοήθηκε από το «χώρο», μέσα από τη διαδικασία εσωτερίκευσης της κατάστασης έκτακτης ανάγκης από τα πολιτικά υποκείμενα του, κατάσταση που  προκάλεσε η επίθεση του κράτους. Για άλλη μια φορά η κυρίαρχη εκτίμηση ήταν ότι «το κράτος επιτίθεται στον αναρχικό χώρο». Για άλλη μια φορά, ένα μεγάλο κομμάτι της αντιεξουσίας, θεώρησε ότι αυτό που συμβαίνει είναι εσωτερική της υπόθεση, άσχετα από αυτά που επιμένει να γράφει στις αφίσες της (π.χ. ότι «οι καταλήψεις είναι κομμάτι των κοινωνικών αγώνων») και αποφάσισε να καθαρίσει μόνη της. Για άλλη μια φορά δηλαδή ενεργοποιήθηκαν και επικράτησαν τα καθαρά συναισθηματικά αντακλαστικά, τα αντανακλαστικά που σε κάνουν να βλέπεις στη βίλα αμαλίας ένα κάστρο (της αναρχίας) κι όχι ένα πλούτο κοινωνικών σχέσεων.

Αν ο Σουν Τσου έχει δίκιο όταν γράφει (παραθέτουμε από μνήμης) ότι, «όποιος γνωρίζει τον εχθρό και τον εαυτό του, δεν πρέπει να φοβάται το αποτέλεσμα χιλίων μαχών, όποιος γνωρίζει τον εαυτό του αλλά όχι τον εχθρό, για κάθε νίκη που θα κερδίζει θα υφίσταται και μια ήττα, κι όποιος δεν γνωρίζει ούτε τον εχθρό, ούτε τον εαυτό του, θα χάνει όλες τις μάχες», τότε οι αγωνιστές που πήραν την πρωτοβουλία να μπουν στην βίλα (για να αναφερθούμε μόνο σε ένα γεγονός μιας σειράς απαντήσεων στην επίθεση του κράτους), εντάσσονται στη δεύτερη κατηγορία: γνώριζαν τις δυνατότητες τους σε καλό βαθμό (την ικανότητα οργάνωσης, την τόλμη που διέθεταν, τη δυνατότητα συντονισμού, κλπ), αγνοούσαν όμως πως θα αντιδρούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση, η συγκεκριμένη μορφή κράτος (κράτος έκτακτης ανάγκης, στη διαδικασία πλήρους διαμόρφωσης του, ας μην το ξεχνάμε).  Η προσπάθεια ανακατάληψης της βίλας ήταν μια πράξη τολμηρή από όλες τις απόψεις, μια τόλμη όμως, όχι του τύπου: «κάνω ακροβατικά στο τσίρκο» κι άρα περισσότερο άξια σεβασμού. Ανάμεσα σ’ αυτούς που την επιχείρησαν υπήρχαν άνθρωποι που έχουν σταθεί μπροστά σε αφεντικά μαγαζιών, πρώην μπράβους, που κράδαιναν όπλα,  για  να διαμαρτυρηθούν για απολύσεις συναδέλφων τους, που έχουν δώσει κόντρες στους χώρους της δουλειάς τους και τις έχουν κερδίσει, που έχουν συγκρουστεί στους δρόμους με τους μπάτσους μαζικά, που παλεύουν χρόνια σε εγχειρήματα γειτονιάς.

Ήταν άνθρωποι που έχουμε σταθεί δίπλα σε πολλά πράγματα. Το ότι πρόκειται όμως για μια τολμηρή ενέργεια, όπως και το ότι πρόκειται για συντρόφους και συντρόφισσες,  δεν θα μας κάνει να εθελοτυφλούμε: ήταν ένα στρατηγικό και πολιτικό λάθος. Ότι και να λέγεται εκ των υστέρων κάποιος που προσπαθεί να ανακαταλάβει ένα κτίριο, δεν μπαίνει μέσα για να τον βγάλουν μετά από λίγο οι μπάτσοι, φορτώνοντας του κακούργημα (έστω κι αν μια τόσο προκλητική κατηγορία δεν θα σταθεί ούτε στιγμή σε κανένα δικαστήριο). Μπαίνει μέσα επειδή, γνωρίζοντας προφανώς τους κινδύνους της σύλληψης του και αναλαμβάνοντας τη σχετική ευθύνη για αυτή, έχει μια σοβαρή προσδοκία ότι θα πετύχει η κίνηση, η βίλα θα ανακαταληφθεί, οι μπάτσοι δεν θα τολμήσουν να μπουν, κλπ

Το ότι όμως ήταν λάθος δε σημαίνει ότι ήταν ένα λάθος διαρκείας, ήταν αντίθετα ένα στιγμιαίο λάθος. Τουλάχιστον έτσι θέλουμε να πιστεύουμε, προσδοκώντας στην εκ των υστέρων γνώση. Μπορεί κάποιοι άνθρωποι να ταλαιπωρήθηκαν δικαστικά και να συνεχίσουν να ταλαιπωρούνται για καιρό, ωστόσο σημασία έχει να επανεκτιμηθούν τα πράγματα αυτές τις στιγμές και να δούμε πως μπορεί ένα σοβαρό σχέδιο, ένα σχέδιο ανταγωνιστικό, πάει να πει πολεμικό, να μας βοηθήσει να πάμε μπροστά.

Γνωρίζω τον εχθρό μου και γνωρίζω και τον εαυτό μου σημαίνει πάνω από όλα ότι γνωρίζω τα στρατηγικά πλεονεκτήματα του εχθρού μου και γνωρίζω τα στρατηγικά πλεονεκτήματα τα δικά μου και του ευρύτερου κινήματος του οποίου είμαι κομμάτι. Στρατηγικό πλεονέκτημα του κράτους είναι η υπεροχή στην κατοχή και στην άσκηση της βίας, εξ ορισμού (Βέμπερ: Κράτος είναι μια οντότητα που αξιώνει για τον εαυτό του το μονοπώλιο της νόμιμης βίας σε μια δεδομένη επικράτεια). Άρα το κράτος, όσο διατηρεί την υπεροπλία σε μέσα και ανθρώπους, το συμφέρει πάντα να παίζει στο γήπεδο του, στο γήπεδο της έντασης της βίας (οι κανόνες αυτοί αλλάζουν μόνο σε επαναστατικές περιόδους, αλλά αυτό είναι μια άλλη συζήτηση). Για να γίνουμε ακόμα πιο συγκεκριμένοι το κράτος το συμφέρει μια κεντρικού τύπου αντιπαράθεση, το συμφέρει να πάρει ο «χώρος» την υπόθεση των καταλήψεων αποκλειστικά στα χέρια του, ή ακόμα χειρότερα να αρχίσουν ένοπλες ενέργειες εναντίον διάφορων στόχων, «σε απάντηση στην καταστολή των καταλήψεων». Γιατί το συμφέρουν τέτοιες ενέργειες; Πολύ απλά επειδή ενισχύουν την προπαγάνδα περί «εστιών ανομίας», επειδή δρουν ενισχυτικά στην τακτική του, να κάνει τη δημόσια τάξη κεντρικό στοιχείο της δημόσιας συζήτησης, για να μπορεί να συνεχίζει να εφαρμόζει ανενόχλητα την επίθεση ενάντια στους εκμεταλλευόμενους, επειδή στρώνουν το χαλί στην κοινωνική μας απομόνωση.

Στρατηγικά πλεονεκτήματα του ανταγωνιστικού κινήματος είναι οι επικοινωνιακές ικανότητες, η ζύμωση, η γνώση, η ικανότητα σύνθεσης, η φαντασία, οι ιδέες, η δημιουργικότητα, η δυνατότητα να  βάζει σε κίνηση μια συλλογική ευφυΐα, η ανιδιοτέλεια, το να εννοεί πρακτικά αυτό που υποστηρίζει στις λέξεις, η τόλμη. Τι σημαίνουν πρακτικά στην περίπτωση μας όλα αυτά;

Ποιο ήταν το στίγμα της βίλας Αμαλίας -για να πάρουμε ένα παράδειγμα των χώρων που έχουν δεχτεί επίθεση-, στο ευρύτερο ανταγωνιστικό κίνημα; Τι ήταν αυτό που την έκανε διακριτή από άλλα εγχειρήματα; Ήταν κυρίως μια κοινωνική ανοιχτότητα, που σε μεγάλο βαθμό οφειλόταν στην προώθηση μιας συγκεκριμένης κουλτούρας, μουσικής, θεατρικής, κλπ, με όρους αντιεμπορευματικούς, άρα μιας κουλτούρας που φιλοδοξούσε να σταθεί ανταγωνιστικά απέναντι στην κυρίαρχη. Αυτή ήταν η διακριτότητα της για ένα σεβαστό κομμάτι της μητροπολιτικής νεολαίας. Και κατά δεύτερο λόγο, η αντιφασιστική δράση που ανέπτυσσε χρόνια, και που βάθυνε σε μεγάλο βαθμό την τελευταία περίοδο όταν αποφάσισε να ανοιχτεί στους μετανάστες και ντόπιους εργάτες στην πλατεία Βικτωρίας.

Σ’ αυτές τις σχέσεις θέλει να επιτεθεί το κράτος, στα πλαίσια της ευρύτερης στρατηγικής της πολεοδομικής ανάκτησης του μητροπολιτικού κέντρου, στην οποία αναφερθήκαμε πριν. Άρα αυτές τις σχέσεις πρέπει να βαθύνουμε εμείς, αυτές τις σχέσεις πρέπει να επεκτείνουμε και να ισχυροποιήσουμε, αν έχουμε κατανοήσει σωστά την φράση που αναφέραμε στην αρχή, ότι δηλαδή «οι καταλήψεις δεν είναι  ντουβάρια αλλά  κοινωνικές σχέσεις», κι αν συμφωνούμε ότι μιλώντας για κοινωνικές σχέσεις, δεν εννοούμε μόνο τις κοινωνικές σχέσεις που αναπτύσσουν τα μέλη μιας κατάληψης μεταξύ τους, ούτε μόνο τις πολιτικές σχέσεις του «χώρου» με τα μέλη μιας κατάληψης.

Η δική μας στρατηγική, η στρατηγική του κοινωνικού ανταγωνισμού, αυτές τις σκέψεις οφείλει να επεξεργαστεί περαιτέρω όταν προσπαθεί να εφαρμόσει ένα στοιχειώδες σχέδιο υπεράσπισης των κατειλημμένων χώρων κι αυτά τα στρατηγικά πλεονεκτήματα πρέπει να εκμεταλλευτεί στο έπακρο. Οφείλει δηλαδή να κινητοποιήσει όλο τον κοινωνικό πλούτο των σχέσεων που αναπτύχθηκαν με επίκεντρο τη βίλα Αμαλίας και τους άλλους κατειλημμένους χώρους.

Δεν είναι εδώ ο χώρος για να καταθέσουμε ένα τέτοιο σχέδιο. Σε τελευταία ανάλυση, η συλλογική ευφυΐα του ανταγωνιστικού κινήματος, όταν αποφασίζει να την θέσει σε κίνηση κι όταν αφήσει στην άκρη παιδικές συμπεριφορές και χωρίς νόημα συναισθηματισμούς, είναι απείρως μεγαλύτερη από κάθε ατομική σκέψη κι ευφυΐα (ακόμα κι όταν δεν το εμποδίζει να αποφεύγει λάθη).

Μόνο δύο σκέψεις. Μπορεί να μας πει κάποιος υπεύθυνα σε ποιο κράτος θα ήταν ευχάριστο να κλείνει κάθε πέντε μέρες όλη η περιοχή γύρω από τη βίλα (από την Αχαρνών μέχρι την Γ Σεπτεμβρίου) για τη διεξαγωγή μιας συναυλίας αλληλεγγύης, ενός θεάτρου δρόμου, για την υπαίθρια προβολή μιας ταινίας, από τα τόσα πολιτιστικά εγχειρήματα (συγκροτήματα, θεατρικές ομάδες, κλπ), που γεννηθήκανε και αναπτυχθήκανε εκεί μέσα; Ποια δημοτική αρχή θα γούσταρε το κέντρο της να είναι κάθε πέντε μέρες κομφούζιο από όλο αυτό τον κόσμο, που θα στεκόταν δίπλα στους καταληψίες; Που θα έπιανε κουβέντα με τους περαστικούς και τους θα τους εξέθετε την κατάσταση. Που θα μιλούσε τη γλώσσα και θα ικανοποιούσε τις πολιτισμικές ανάγκες ενός σεβαστού κομματιού της νεολαίας της περιοχής για πραγματική διασκέδαση. Που θα μπλόκαρε την κυκλοφορία των εμπορευμάτων.

Γιατί αντί να μπει στο κέντρο της στρατηγικής επανακατάληψης ο αντικατασταλτικός αγώνας, να μην μπει η ενίσχυση της αντιρατσιστικής και αντιφασιστικής δράσης της κατάληψης, με εκ νέου άνοιγμα στους μετανάστες και στους γείτονες της πλατείας Βικτωρίας; Γιατί να μην επιχειρούνταν εξαρχής μια απόπειρα ανοίγματος, που και θα ενίσχυε τους κοινωνικούς δεσμούς που έχουν ήδη αναπτυχθεί και θα δυνάμωνε ξανά τους ήδη υπάρχοντες;

Κι εν πάση περιπτώσει υπάρχει κάτι που ήρθε ο καιρός να συνειδητοποιηθεί σε βάθος: η τύχη των κατειλημμένων χώρων, θα παιχτεί στους κοινωνικούς αγώνες του σήμερα και του αύριο: θα παιχτεί στην άγρια απεργία των εργαζομένων του μετρό και άλλων κλάδων εργαζομένων, στις διαδηλώσεις, στις συγκρούσεις που θα ξεσπάνε εδώ κι εκεί. Στο βαθμό που η τάξη μας κερδίζει πόντους σ’ αυτές τις συγκρούσεις, στο βαθμό που το κράτος ηττάται, η τύχη των καταλήψεων (των ήδη υπαρχόντων, αυτών που θα πάρουμε πίσω και των καινούργιων που θα δημιουργήσουμε), θα γέρνει όλο και περισσότερο προς την πλευρά μας.

Γ. Μπορούν 8500 παλμοί να γκρεμίσουν μια γέφυρα; [4]

Αυτό το τελευταίο δεν γνωρίζουμε σε ποιο βαθμό έχει γίνει κτήμα της αντιεξουσίας, το σίγουρο είναι ότι έχει γίνει κτήμα ενός μεγάλου μέρους του ανταγωνιστικού κινήματος, αν μπορούμε να κατανοήσουμε σε βάθος τη σημασία της πορείας της 12ης Γενάρη. Θα εξηγηθούμε παρακάτω.

Πριν πούμε κάτι παραπάνω γι’ αυτή την πορεία, ας σταθούμε μια στιγμή να ανολογιστούμε ένα χαρακτηριστικό της συγκυρίας διεξαγωγής της. Το βράδυ του Σαββάτου στις 12 Γενάρη ολοκληρωνόταν η συζήτηση στην βουλή και ψηφιζόταν το φορολογικό νομοσχέδιο, ένα από τα πιο άδικα, άγρια και ασσύμετρα φορονομοσχέδια που έχουν ψηφιστεί ποτέ. Ένα νομοσχέδιο που προβλέπει φορολόγηση ανέργων και που στην πράξη, για το μέσο μισθωτό και συνταξιούχο σημαίνει κλοπή ενός ή δύο ακόμα μισθών ετήσια. Ενάντια στην ψήφιση αυτού του νομοσχεδίου δεν κουνήθηκε φύλο, από κανένα συνδικάτο, από καμία αριστερά, από καμία αντιεξουσία. Αυτό ας το κρατήσουμε στο μυαλό μας.

Η πορεία αλληλεγγύης στις καταλήψεις και στους συλληφθέντες της ανακατάληψης της Βίλας Αμαλίας, ήταν η μεγαλύτερη που έχει ποτέ καλέσει η αντιεξουσία, τα τελευταία τουλάχιστον τριάντα χρόνια.

Το βέβαιο ήταν ότι δεν ήταν απλώς μια πορεία της αναρχίας, ούτε απλώς μια πορεία της αντιεξουσίας. Για όποιον έχει μάτια να βλέπει και να ακούει, κάτω ήταν όλο αυτό το ανταγωνιστικό κίνημα που βγήκε από το Ιούνη [5], ή τουλάχιστον το μεγαλύτερο μέρος του, δηλαδή ένα μεγάλο μέρος των ανθρώπων που έχουν δώσει τις μάχες ενάντια στο μνημόνιο και στην υποτίμηση της εργασίας μας τα τελευταία 3 χρόνια: αγωνιστές από τις εργατικές συλλογικότητες και σωματεία, αγωνιστές από τις λαϊκές συνελεύσεις, αγωνιστές από τις πλατείες plus όλες οι γενιές που έχουν κατά καιρούς περάσει από τη βίλα.

Αυτό σημαίνει καταρχήν ένα πράγμα: όλος αυτός ο κόσμος, που φυσικά δεν είναι αναρχικοί, ούτε καν αντιεξουσιαστές, ένιωσε την επίθεση του κράτους στην βίλα (και στους άλλους χώρους) σαν επίθεση στον εαυτό του. Αυτό είναι κάτι παραπάνω από σημαντικό: είναι τέτοια η αντικειμενική συνθήκη της έκτακτης ανάγκης και είναι τέτοιος ο βαθμός κοινωνικοποίησης του «χώρου» (κατώτερος αυτού που επιθυμούμε, ανώτερος πολύ αυτού που ήταν πριν 5 χρόνια), που ένα σημαντικό κοινωνικό κομμάτι αναγνωρίζει ότι οι μπάτσοι δεν χτυπάνε τους αναρχικούς μπαίνοντας στη βίλα, στην Σκαραμαγκά, ή στην ΑΣΣΟΕ, αλλά χτυπάνε δομές και εγχειρήματα ανταγωνιστικά, χτυπάνε τους κοινωνικούς αγώνες, χτυπάνε δηλαδή καθένα που αγωνίζεται ενάντια στην πολιτική του κεφαλαίου. Αυτό το απλό πράγμα, που το καταλαβαίνει ο κόσμος του αγώνα, δεν μπορούν να το καταλάβουν αρκετοί ιδεολόγοι, που επιμένουν ακόμα ότι «το κράτος χτυπάει τους αναρχικούς και σαν αναρχικοί πρέπει να απαντήσουμε».

Αυτό συνεπάγεται κάτι άλλο. Αυτές οι «κοινωνικές σχέσεις» στις οποίες αναφερόμαστε όταν (επαναλαμβάνουμε) γράφουμε «οι καταλήψεις δεν είναι τα ντουβάρια τους, είναι οι κοινωνικές μας σχέσεις», ας έχουμε στο μυαλό μας, ότι είναι σε μεγάλο βαθμό αυτές οι κοινωνικές σχέσεις, δηλαδή οι υλική πραγματικότητα πάνω από 8.000 ανθρώπων, που βγήκε να τις υπερασπιστεί.

Τέλος: η όποια πραγματική μας δύναμη, η όποια πραγματική δύναμη της αντιεξουσίας, είναι η χειροπιαστή της δυνατότητα να δίνει, μαζί με τους εκάστοτε αγωνιζόμενους, πραγματική ικανοποίηση σε πραγματικές ανάγκες των εκμεταλλευόμενων. Από την απεργία στην phone marketing μέχρι τον αγώνα στην Γενική Ταχυδρομική, από τον αγώνα για την κατάργηση του εισιτηρίου των 5 ευρώ στα νοσοκομεία, μέχρι το κατέβασμα της κεραίας τηλεπικοινωνιακής εταιρίας σε μια γειτονιά στα Λιόσια, από τις επανασυνδέσεις κομμένων ρευμάτων, μέχρι την συλλογική αντιμετώπιση του προβλήματος της καθημερινής διατροφής, το επαναλαμβάνουμε, η υπόθεση της βίλας, της Σκαραμαγκά και γενικότερα της ικανότητας μας να χτίζουμε το κίνημα και την προοπτική της απελευθέρωσης, βρίσκεται μέσα στους κοινωνικούς αγώνες και στο βάθεμα των σχέσεών μας σε κάθε επίπεδο, με τους υπόλοιπους/-ες εκμεταλλευόμενους/-ες.

Δύσκολη δουλειά, αλλά ενδιαφέρουσα παρόλα αυτά.

FGA, Hobo, Miete

Υποσημειώσεις

[1] Τρέφουμε σεβασμό τόσο στην προσπάθεια των ανθρώπων της Βίλας να ανοίξουν κοινωνικά το ζήτημα του αντιφασισμού στην πλατεία Βικτωρίας, όσο και σε κάποιους ανθρώπους της κατάληψης που γνωρίζουμε προσωπικά. Τρέφουμε σεβασμό επίσης για το γενικότερο χαρακτήρα ανοιχτότητας αυτής της κατάληψης, πράγμα που σε γενικές γραμμές δεν αποτελεί κεκτημένο, όλων των χώρων του κινήματος (κατειλημμένων ή μη). Αυτά τα συναισθήματα ωστόσο, όπως και η κατανόηση της σημασίας της σημερινής επίθεσης του κράτους, δεν είναι από μόνες του ικανές συνθήκες για να μας κάνουν να μοιράσουμε μια προκήρυξη υπεράσπισης αυτής της κατάληψης, ως εγχειρήματος που αφορά την τάξη μας συνολικά, στο χώρο της δουλειάς μας. Κι αυτό είναι κάτι που πρέπει να προβληματίσει συνολικά το κίνημα, κι όχι μόνο εμάς. Δυστυχώς, ακόμα και με την πλάτη στον τοίχο, η ειλικρίνεια (πρέπει να) είναι από τα πιο σημαντικά όπλα της ανταγωνιστικής πολιτικής. []

[2] Ενάντια στον τοίχο. Αρκετά συμπαθητικό φιλμ του Φατίχ Ακίν []

[3] Συνέντευξη του Franco Berardi-Bifo, στο Ποιο είναι το νόημα της αυτονομίας σήμερα, εκδ. Ελευθεριακή Κουλτούρα. Έχουμε ξαναπεί παλιότερα, ότι διαβάζοντας με ενδιαφέρον τη μετα-αυτονομία, δεν πρέπει να ξεχνάμε νατην αντιμετωπίζουμε σαν τα χαλασμένα ρολόγια: όπως αυτά, δείχνει τουλάχιστον δύο φορές τη μέρα τη σωστή ώρα. []

[4] Μόνο με το μέγιστο δυνατό συντονισμό (δηλαδή σύνθεση). Και μόνο αν οι κολώνες της γέφυρας είναι φτιαγμένες από το σκυρόδεμα των τειχών της Ιεριχούς. Κι αν επιπλέον η Ιεριχώ δεν ήταν μια πόλη ενός θρησκευτικού βιβλίου που γκρεμίστηκε από τον ήχο των σαλπίγγων του ισραηλιτικού στρατού, αλλά ο σύγχρονος καπιταλισμός, δηλαδή αν οι γιαγιάδες είχαν ρόδες, όλα θα είχαν τελειώσει (υπέρ μας), εκείνο το δεκάλεπτο που οι τοίχοι τράνταζαν από τα συνθήματα μας. Ο κόσμος δυστυχώς είναι πραγματικός, όμως πραγματική ήταν και η συν-κίνηση 8500 χιλιάδων ανθρώπων σε κείνο το δεκάλεπτο πέρασμα μας από τη γέφυρα της Ευελπίδων κατά την επιστροφή της πορείας της 12ης Γενάρη από τα δικαστήρια προς το κέντρο. []

[5] Γράφαμε στην μπροσούρα “Η εκτροπή των εκδοχών” ότι τις μάχες του Ιούνη τις έδωσε μια κρίσιμη μάζα 20000 ανθρώπων. Κι αυτός ο κόσμος δεν είναι λίγος, αφού είναι τουλάχιστον τριπλάσιος, από αυτόν που μπήκε στο κίνημα μετά το Δεκέμβρη. Ο μισός τουλάχιστον από αυτό τον κόσμο, ήταν κάτω σ’ αυτή την πορεία. []

Αναδημοσίευση από:http://skya.espiv.net


Leave a Reply